Αρχαιολογικοί Χώροι

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΝΑΟΙ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Το σημαντικότερο μνημείο της περιοχής είναι ο ναός που ίδρυσε ο Σαμουήλ, μια τρίκλιτη ξυλόστεγη Βασιλική, αφιερωμένη στον Άγιο Αχίλλειο, στο ομώνυμο νησί της Μικρής Πρέσπας (10ος αιώνας). Στο νησί του Αγίου Αχίλλειου, εκτός από τη Βασιλική διασώζονται: Ερείπια του ναού των Αγίων Αποστόλων, στις παρυφές της δυτικής όχθης του νησιού, από τον 11ο - 12ο αιώνα. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου στα νότια - δυτικά της Βασιλικής του Αγίου Αχίλλειου, ο οποίος χρονολογείται στον 14ο αιώνα. Ο μονόχωρος ξυλόστεγος ναός του Αγίου Γεωργίου, που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα ως κοιμητηριακός ναός των κατοίκων του νησιού, διασώζει τοιχογραφίες του 15ου αιώνα. Στο νότιο άκρο του νησιού, το μοναστήρι της Παναγίας Πορφύρας, ο οποίος χρονολογείται στα μέσα του 16ου αιώνα. Ο ναός του Αγίου Γερμανού, στην ομώνυμη κοινότητα, είναι αφιερωμένος στον Άγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως που, κατά την τοπική παράδοση, πέθανε στην περιοχή και τάφηκε στο ναό. Είναι εγγεγραμένος σταυροειδής ναός με τρούλο, που ανιδρύθηκε λίγα χρόνια πριν το 1006. Διασώζει τμήματα τοιχογραφιών που χρονολογούνται στον 11ο και 12ο αιώνα, ενώ το σύνολο του σημερινού ορατού διακόσμου χρονολογείται στο 1743. Ο ναός του Αγίου Νικολάου, νοτιοανατολικά της κοινότητας Πύλης, αποτελεί μοναδικό μνημείο για την περιοχή των Πρεσπών και χρονολογείται στον 13ο ή 14ο αιώνα. Ανατολικά από την κοινότητα Πλατύ υπάρχει ο μονόχωρος δρομικός ναός του Αγίου Νικολάου ο οποίος είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες και κτιριακή επιγραφή του 1591.

Πληροφορίες: Διεύθυνση Τουρισμού, τηλ: 23850 46050
Δήμος Πρεσπών, τηλ: 23850 51435
Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, τηλ: 23850 51452

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΠΕΤΡΩΝ

Η αρχαία πόλη που βρίσκεται στη Δυτική όχθη της λίμνης των Πετρών είναι η περισσότερο γνωστή και συστηματικότερα ερευνημένη αρχαιολογική θέση του Νομού. Εντοπίστηκε σε μια έκταση δεκαπέντε-είκοσι εκταρίων, στη θέση Γκραντίστα 1,5 χλμ. βορειοδυτικά των Πετρών, ήδη από το 1913, όταν ο Νικόλαος Παπαδάκης κατέγραψε και δημοσίευσε τις εντοιχισμένες επιγραφές στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο καθηγητής Αντώνιος Κεραμόπουλος πιστοποίησε την ύπαρξη θεμελίων οικιών μετά από την περιορισμένη ανασκαφική έρευνα την οποία πραγματοποίησε. Η συστηματική έρευνα του οικισμού ξεκίνησε το 1982 από την ΙΖ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Τα πρωιμότερα λείψανα εγκατοίκησης στο χώρο, με βάση την κεραμική που σποραδικά έχει εντοπιστεί, ανάγονται στην Ύστερη Εποχή Χαλκού και στην Πρώιμη Εποχή Σιδήρου (1200 - 600 π.Χ.). Ο οικισμός που ήκμασε στην περίοδο ανάμεσα στους 3ο και 1ο π.Χ. αιώνες αποτελεί τυπικό παράδειγμα κώμης της ’νω Μακεδονίας με γεωργοκτηνοτροφική οικονομία. Ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι η θέση μπορεί να ταυτιστεί με την Κέλλη των μεσαιωνικών οδοιπόρων. Βρίσκεται πολύ κοντά στην Εγνατία Οδό και στο βάθος της εύφορης κοιλάδας του Αμυνταίου. Η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει μέχρι στιγμής στο φως ένα ισχυρό τείχος, το οποίο περικλείει έναν οικισμό με ελεύθερη πολεοδομική οργάνωση, που αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο τις καμπύλες του λόφου πάνω στον οποίο βρίσκεται.

Οι οικιστικοί χώροι είναι οργανωμένοι σε ομάδες των τριών με κοινούς εξωτερικούς τοίχους. Διώροφες κατασκευές, χωρίς αυλή, με υπόγειους χώρους για αποθήκες και εργαστήρια, τα σπίτια των Πετρών συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση της ελληνιστικής κατοικίας. Τα ισόγεια είναι κτισμένα με αργολιθοδομή ενώ οι όροφοι με ελαφρότερα υλικά και ξυλοδεσιές. Το εσωτερικό ήταν διακοσμημένο με έγχρωμα κονιάματα, εμπλουτισμένα σε ορισμένες περιπτώσεις με αφηρημένα μοτίβα Ένα σύστημα δρόμων διέσχιζε τον οικισμό, ενώ έχουν βρεθεί και οι υδροδοτικοί πηλοσωλήνες που καταλήγουν σε κρήνες και πηγάδια. Σημαντικά δημόσια οικοδομήματα αποτελούσαν το ιερό του Διός - σύμφωνα με την επιγραφή που βρέθηκε στο εσωτερικό του - και ο μεγάλος υπόγειος πιθεώνας που εντοπίστηκε σε κοντινή απόσταση. Ο οικισμός έχει να επιδείξει πλούτο και υψηλό βιοτικό επίπεδο, στοιχεία που ανάγονται στις βεβαιωμένες εμπορικές και πολιτιστικές του επαφές με πόλεις της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας καθώς επίσης και με τη Δύση. Στον οικισμό λειτουργούσαν πολλά εργαστήρια κεραμικής, μεταλλοτεχνίας και πιθανότατα γλυπτικής. Παράλληλα, το πλήθος των γεωργικών εργαλείων μαρτυρά τις γεωργικές ασχολίες των κατοίκων. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε στα μέσα του 1ου αι. π. Χ. και μεταφέρθηκε στη θέση του σημερινού χωριού των Πετρών. Θα μπορούσαμε εδώ να σημειώσουμε ότι στο σημερινό χωριό βρισκόμαστε μπροστά σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνύπαρξης των αρχαίων λειψάνων με τα μεταγενέστερα κτιριακά σύνολα. Εκτός από τα αποσπασματικά αρχιτεκτονικά λείψανα του ρωμαϊκού οικισμού που συναντούμε διάσπαρτα στο χωριό, αξιοσημείωτη είναι η χρήση αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών και επιτύμβιων στηλών για την κατασκευή της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Η τρίκλιτη αυτή ξυλόστεγη βασιλική με νάρθηκα και γυναικωνίτη, χρονολογήθηκε από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο στις αρχές του 18ου αιώνα. Από τον άλλοτε κατάγραφο ναό σώζονται σήμερα ορισμένες μόνο τοιχογραφίες στην κόγχη του ιερού, ενώ σώζεται και το πυργοειδές κωδωνοστάσιο.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ – ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ

Παρά τη γεωγραφική απομόνωση και αραιοκατοίκηση των Πρεσπών, η βυζαντινή και μεταβυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της περιοχής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εκτός από τη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στη νότια πλευρά του ομώνυμου νησιού σώζονται τα ερείπια του ναού των Αγίων Αποστόλων (11ος – 12ος αι.), μιας μικρής τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα. Τα λείψανα οχύρωσης γύρω από το ναό, καθώς και ένα ελληνιστικό κτίσμα, μια ρωμαϊκή επιγραφή και δύο παλαιοχριστιανικοί κίονες φανερώνουν τη συνεχή χρήση του χώρου από την ελληνιστική αρχαιότητα (στο σημείο αυτό τοποθετείται η αρχαία πόλη Λύκα) μέχρι τα βυζαντινά χρόνια. Ακόμα, ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Γεωργίου (15ος αι.) ξεχωρίζει για τις τοιχογραφίες του, που συνιστούν χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκότροπης εκκλησιαστικής ζωγραφικής της περιοχής. Ένα από τα παλαιότερα (αρχές του 11ου αι.) και σημαντικότερα μνημεία εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της περιοχής βρίσκεται στον ’γιο Γερμανό. Πρόκειται για ένα μικρό σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό με τρούλο και νάρθηκα, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανό. Εκτός από το αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει ένα συνοπτικό πανόραμα βυζαντινής και μεταβυζαντινής αγιογραφίας, αφού στο εσωτερικού του ναού σώζονται αλλεπάλληλα στρώματα τοιχογραφιών, τα οποία καλύπτουν χρονολογικά επτά αιώνες (11ος – 18ος). Θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει επί μακρόν την περιήγηση στα μνημεία της Πρέσπας, παρατηρώντας την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική μορφή και τον πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο του τρίκογχου ναού του Αγίου Νικολάου στην Πύλη (14ος αι.) ή θαυμάζοντας την πολυχρωμία και τη δραματικότητα των σκηνών στις τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου στο Πλατύ (1591). Παρ’ όλα αυτά, ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και μοναδικά στοιχεία της περιοχής είναι οι βραχογραφίες και τα ασκηταριά στις απότομες όχθες της Μεγάλης Πρέσπας, σημάδια της έντονης παρουσίας μικρών μοναστικών κοινοτήτων και αναχωρητών. Η Παναγία η Ελεούσα (1373) και η Παναγία η Βλαχερνίτισσα (1455/6) αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα βραχογραφιών, τις οποίες μπορεί κανείς να δει μέσα από τη βάρκα στον μικρό κόλπο των Ψαράδων. Ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα τρία καλύτερα σωζόμενα ασκηταριά στον απότομο βράχο που υψώνεται πάνω από την όχθη της λίμνης. Το πρώτο από τα δύο που συναντά ο επισκέπτης στην περιήγησή του με βάρκα είναι το ασκηταριό της Μεταμόρφωσης (13ος αι.), από το οποίο σώζονται η μικρή μονόχωρη καμαροσκέπαστη εκκλησία και ορισμένα ίχνη από τα κελιά των μοναχών. Στη συνέχεια, μπορεί κανείς να δει τα ερείπια του ασκηταριού της Μικρής Ανάληψης (15ος αι.), από το οποίο σώζονται κάποια στοιχεία τοιχογραφιών της κόγχης του ιερού. Το πληρέστερα σωζόμενο είναι το ασκηταριό της Παναγίας Ελεούσας (αρχές 15ου αι.), το οποίο βρίσκεται σε μια σπηλιά με σχετικά μεγάλο άνοιγμα. Ο μικρός μονόχωρος ναός με ημιεξαγωνική κόγχη είναι κατάκοσμος με τοιχογραφίες, με χαρακτηριστικότερη αυτήν της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας στο τόξο πάνω από την είσοδο. Η επιγραφή πάνω από τη μικρή πόρτα μας πληροφορεί για τους μοναχούς - κτήτορες του ναού, τον άρχοντα της περιοχή Βουλκασινό και την ακριβή ημερομηνία οικοδόμησης (1409/10).

ΑΣΚΗΤΑΡΙΟ ΜΙΚΡΗΣ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΠΡΕΣΠΩΝ

Περιορίζεται σε μικρή μονόχωρη καμαροσκέπαστη εκκλησία κολλημένη σε εσοχή του βράχου. Στο χώρο του Ιερού διατηρούνται οι παραστάσεις της Θεοτόκου Βλαχερνίτισσας, του Μελισμού με τους συλλειτουργούντες ιεράρχες και της Πεντηκοστής. Η καμάρα του Ιερού καλύπτεται από την Ανάληψη του Χριστού. Η ζωγραφική μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του 14ου αιώνα.
Το μνημείο αναστηλώνεται από το έτος 1994.



ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ

Ο οικισμός του Αγίου Παντελεήμονα, κτισμένος σε προνομιακή θέση, ανάμεσα στις λίμνες Βεγορίτιδα και Πετρών, συνέδεσε σε όλη του την ιστορική πορεία την παραγωγική ίου δραστηριότατα με το λιμναίο οικοσύστημα. Η βασική αυτή επιλογή για αξιοποίηση των δυνατοτήτων του ιδιαίτερου αυτού μικροπεριβάλλοντος πιστοποιείται ήδη από τα αρχαιολογικό ευρήματα της ανασκαφής στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, μερικά χιλιόμετρα βορειοδυτικά του σημερινού χωριού, στην βόρειο όχθη της λίμνης των Πετρών. Σύμφωνα με τις παλιότερες επιφανειακές έρευνες και τα πρώτο συμπεράσματα των αρχαιολόγων της ΙΖ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων που ερευνά την περιοχή τα τελευταία χρόνια, πρόκειται για έναν οικισμό που χρονολογείται στη Νεολιθική εποχή (6.000 - 3.500 π.Χ). Στη μικρή επίπεδη χερσόνησο ανατολικά της εκκλησίας της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, έχουν εντοπιστεί λίθινα λειασμένα και πυρολιθικά εργαλεία, πήλινα σφοντύλια, καθώς και όστρακα χειροποίητων αγγείων με καστανό ή ερυθρό επίχρισμα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι σπάνιες γιο την εποχή ταφές που έχουν εντοπιστεί πρόσφατα. Στην ίδια περιοχή τοποθετείται το εκτεταμένο νεκροταφείο της Ύστερης Εποχής Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου (1600 - 600 π.Χ) που εντοπίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Στην ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε από Ρώσους αρχαιολόγους και ήταν μια από τις πρώτες στα Βαλκάνια, αποκαλύφθηκαν 376 κιβωτιόσχημοι τάφοι, με μονές ή πολλαπλές ταφές. Οι περισσότεροι είχαν πλούσια κτερίσματα με μικροαντικείμενα (χάλκινο αγαλματίδιο αλόγου και μικρογραφικά αγγεία) και κοσμήματα (πόρπες, περόνες, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, βραχιόλια) οπό χαλκό, σίδηρο, γυαλί, οστό, πηλό και σπανιότερα χρυσό. Από την κεραμική ξεχωρίζουν οι πρόχοι, το μόνωτα και δίωτα κύπελλα, καθώς και ορισμένα αγγεία με αμαυρόχρωμη γραπτή διακόσμηση. Από τον πλούτο των ευρημάτων αυτών τίποτε δεν έχει απομείνει στην περιοχή. Ένα μέρος βρίσχεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ένα άλλο στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των ευρημάτων βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης. Με τα χρόνια έχουν χαθεί και τα ακριβή όρια του ίδιου του ανασκαμμένου νεκροταφείου.

Επιστροφή στην κορυφή